Ερώτηση ΣΥΡΙΖΑ για Αντίπαρο και πρώτες αντιδράσεις
Ερώτηση προς τους υπουργούς δικαιοσύνης και εσωτερικών κατέθεσε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Θ. Δρίτσας με θέμα «Ποιος (πρέπει να) «κυβερνά» την Αντίπαρο;».
Η ερώτηση του κ. Δρίτσα καταλήγει αναφέροντας:
«1) Πότε επιτέλους θα μάθουμε οριστικά, με διαφανή, νόμιμο και αδιαμφισβήτητο τρόπο, ποια ήταν η αυθεντική βούληση της νόμιμης πλειοψηφίας των κατοίκων της Αντιπάρου στις εκλογές του 2006, και από ποιους θα έπρεπε να διοικηθεί η Κοινότητα από το 2007 μέχρι σήμερα;2) Έως πότε και γιατί δικαστικές και διοικητικές έρευνες, αλλά και συνδυασμένες αποφάσεις, θα τριγυρνούν γύρω-γύρω από τα επίδικα προς διερεύνηση κρίσιμα ζητήματα – πολύ περισσότερο όταν αυτά αφορούν σε ζητήματα λαϊκής κυριαρχίας – αλλά ποτέ δεν θα καταλήγουν οριστικά στον κατά γενική κοινωνική απαίτηση ζητούμενο στόχο;
3) Με ποιες εγγυήσεις δημοκρατικού πολιτισμού και διαφάνειας θα οργανωθεί η εκλογική διαδικασία στο κατά «Καλλικράτη» νέο Δήμο Αντιπάρου στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοεμβρίου 2010, όταν η ολιγωρία, η αδυναμία ή η μειωμένη βούληση του κράτους και των κυβερνήσεων ανατροφοδοτούν επί τέσσερα χρόνια το διχασμό της τοπικής κοινωνίας, που παράχθηκε από το αμφισβητούμενης νομιμότητας οριακό αποτέλεσμα των εκλογών του 2006;».
Αντιδράσεις
Παράγοντες από την Αντιπάρο αναφέρουν ότι είναι τουλάχιστον περίεργη η χρονική στιγμή που κατάθεσε την ερώτηση του ο κ. Δρίτσας, ο οποίος ουδέποτε έχει ξανασχοληθεί με την Αντίπαρο στο παρελθόν, ελάχιστα εικοσιτετράωρα πριν την παρουσία της Προέδρου της Αντιπάρου κ. Μανέτα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 147 για τις μεταδημοτεύσεις.
Επιπλέον, μιλούν για άλλο ένα «γρανάζι που προστίθεται στην επικοινωνιακή σπίλωση της Μανέτα», αφού στην ερώτηση του κ. Δρίτσα παρατίθενται άσχετα στοιχεία, ενώ αποκρύπτονται άλλα, όπως:
1) Οι αιτήσεις για μεταδημοτεύσεις γίνονται πριν τις εκλογές, όταν κανείς δεν γνωρίζει την έκβαση μίας εκλογικής αναμέτρησης και όταν οι υποψήφιοι ενός προεκλογικού αγώνα ισχυρίζονται ότι θα κερδίσουν με ευρεία πλειοψηφία (οι ελεγχόμενες μεταδημοτεύσεις είναι 19). Άρα αποτελεί «άλμα λογικής» ότι η κ. Μανέτα δεν εκπροσωπεί νόμιμα το αποτέλεσμα των εκλογών του 2006, μόνο και μόνο επειδή εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η ψήφος εκλογής ήταν μία, η οποία όμως κατοχυρώθηκε υπέρ της Μανέτα ύστερα από αλλεπάλληλα δικαστήρια που τελεσιδίκησαν οριστικά υπέρ της.
2) Αποσιωπάται επίσης ότι ο αντίπαλος υποψήφιος της κ. Μανέτα στις εκλογές του 2006 κ. Λεβεντάκης, ενώ διεκδίκησε μέσω δικαστηρίων την εκλογή του μετά το τέλος της εκλογικής διαδικασίας, αυτό το έκανε μέσω του εκλογοδικείου μόνο. Δηλαδή, αμφισβήτησε κάποια ψηφοδέλτια σχετικά με το αν ήταν έγκυρα ή άκυρα και αναζήτησε το υπέρ ποιου από τους δύο συνδυασμούς έπρεπε να κατακυρωθούν για να διαμορφωθεί το τελικό αποτέλεσμα.
Ουδέποτε κατέθεσε – μετά ή πριν τις εκλογές του 2006 – προσφυγή σε δικαστήριο προσβάλλοντας το κύρος των εκλογών εξαιτίας του ενδεχόμενου οι συγκεκριμένες μεταδημοτεύσεις να μην αφορούν σε Αντιπαριανούς, αλλά σε φίλους της κ. Μανέτα που προσπάθησε να μεταδημοτεύσει, ενώ δεν το δικαιούνταν.
3) Τέλος, σήμερα βρισκόμαστε σχεδόν 4 χρόνια μετά τις εκλογές του 2006. Οι ελεγχόμενες μεταδημοτεύσεις και τα ονόματα τα οποία αφορούν έχουν γίνει γνωστά εδώ και πολύ καιρό. Ο κ. Λεβεντάκης – καίτοι έχει προκληθεί από την πλευρά Μανέτα – ουδέποτε έχει καταγγείλει ονομαστικά ποιοι από τους μεταδημοτεύσαντες δεν δικαιούνται να είναι εκλογείς στην Αντίπαρο. Το χωριό είναι μικρό. Όλοι οι κάτοικοι θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή όχι τον κ. Λεβεντάκη για το αν τα καταγγελλόμενα πρόσωπα δικαιούνται να ψηφίζουν στην Αντίπαρο ή όχι. Δεν το έκανε όμως.
Με λίγα λόγια, παράγοντες της Αντιπάρου αλλά και νομικοί λένε ότι στη χειρότερη περίπτωση, η κ. Μανέτα μπορεί να ελεγχθεί μόνο για τον αν η γραφειοκρατία των μεταδημοτεύσεων (δικαιολογητικά κλπ) είναι σωστά. Το κύρος των εκλογών δεν αμφισβητείται νομικά, ούτε ουσιαστικά από τον συγκεκριμένο έλεγχο του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Και αυτό το αποφάσισαν τα δικαστήρια το 2006, οι πολιτικές επιλογές του κ. Λεβεντάκη από το 2006 έως σήμερα και η ίδια η ζωή.





Απάντηση