Ερώτηση Γ. Παπαμανώλη για Κουφωνήσια
Από το γραφείο του ανεξάρτητου βουλευτή Κυκλάδων κ. Γ. Παπαμανώλη μας εστάλη το κείμενο που ακολουθεί σχετικά με παρέμβασή του προς τον καθηγητή και υπουργό παιδείας Γ. Μπαμπινιώτη. Δεν γνωρίζουμε αν το αίτημα θα εξεταστεί και αν θα γίνει δεκτό από πολιτικής άποψης, αλλά από πλευράς σύνταξης και ορθογραφίας ο βουλευτής μας μάλλον θα μείνει μετεξεταστέος. Ακολουθεί το κείμενο του γραφείου τύπου του Γ. Παπαμανώλη, όπως ακριβώς μας κοινοποιήθηκε:





evans 18:09 on 04/04/2012 Μόνιμος σύνδεσμος |
Μάθε εσύ πρώτα πως γράφονται τα Κουφονήσια και μετά κρίνεις και τους άλλους.
parosantiparos 09:30 on 05/04/2012 Μόνιμος σύνδεσμος |
Σου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να υπάρχει λόγος που έγινε αυτό;
ή είσαι απλός προπέτης;
κουφώνω [kufóno] Ρ1α μππ. κουφωμένος : κυρίως για παντζούρια που τα μισοκλείνουν έτσι ώστε να δημιουργούν μεταξύ τους μια γωνία μέσα από την οποία μπορεί να περνάει λίγο φως.
[μσν. *κουφώνω `δημιουργώ κοιλότητα΄ (πρβ. μσν. κούφωμα) < κούφ(ος δες στο κούφιος) -ώνω]
κούφιος -α -ο [kúfxos] Ε4 : 1. που είναι εσωτερικά άδειος ενώ θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι συμπαγής, χωρίς συνήθ. αυτό να φαίνεται εξωτερικά: ~ τοίχος. Kούφια καλάμια. || που έχει υποστεί εσωτερική φθο ρά: Kούφιο δόντι. Kούφια καρύδια* και ως ΦΡ. 2. (μτφ., οικ.) α. για πρόσωπο χωρίς πλούσιο εσωτερικό κόσμο ή πνευματικές ανησυχίες· κενός3β. (έκφρ.) κούφια λόγια / κούφιες κουβέντες,λόγια / κουβέντες χωρίς περιε χόμενο. β. για ήχο, υπόκωφος: Kούφια τουφεκιά. (έκφρ.) κούφια η ώρα που τ΄ ακού ει, αποτρεπτικά για το κακό σε περίπτωση δυσοίωνης πρόβλεψης.
[μσν. κούφιος < ελνστ. κοῦφος `άδειος΄ (αρχ. σημ.: `ελαφρύς, ευκίνητος΄) με μεταπλ. κούφ(ος) -ιος κατά τα επίθ. -ιος (άξιος, πλούσιος)]