Οι ριπές μιας ρυπογόνου «δημοσιογραφίας»

davanelos

Άρθρο του Αντώνη Δαβανέλου από την εφημερίδα «Τα Νέα Πάρου – Αντιπάρου»

Αυτή τη φορά δεν πρόκειται να σταθώ σε ειδικά θέµατα τοπικής επικαιρότητας (άλλωστε αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη, γιατί είναι βυθισµένη µέσα στο τέλµα του γνωστού επαρχιώτικου πολιτικαντισµού και της οικονοµικής µιζέριας), ούτε σε θέµατα γενικότερης πολιτικής επικαιρότητας, ελληνικής και ξένης, αν και οφείλω να δηλώσω ότι είµαι εκ προοιµίου καταχωρηµένος στους ευρωπαίους πολίτες που ουδόλως τους συγκίνησε η είδηση του θανάτου της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία κατά τη µακρά πρωθυπουργική θητεία της στη Βρετανία, λειτούργησε ως η εµπροσθοφυλακή και ο απόλυτος εκφραστής των νεοφιλελεύθερων σφαγιαστικών πολιτικών των δικαιωµάτων των άγγλων εργαζοµένων και της κατεδάφισης του µεταπολεµικού µοντέλου του κράτους πρόνοιας και των δηµόσια παρεχόµενων αγαθών.

Προτιµώ να είµαι …



… µε τα συνδικάτα των άγγλων ανθρακωρύχων, να θυµάµαι τον ηρωικό Μπόµπυ Σάντς και να είµαι µε το µέρος των παικτών της Μάντσεστερ Γιουναϊτεντ, οι οποίοι αρνήθηκαν τις προάλλες να τηρήσουν ενός λεπτού σιγή στη µνήµη της, αλλά και µε τους διαδηλωτές έξω από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου την ώρα της εξόδιας ακολουθίας. Τώρα, αν εξαιρέσει κανείς το γνωστό από παλιά ελληνικό πολιτικό κέντρο-κλώνο της θατσερικής πολιτικής, το Μητσοτακέϊκο, υπάρχουν από δω κι από κει και κάποιοι «συνέλληνες» (ενίοτε και ελληναράδες), οι οποίοι «ριγούν» από θαυµασµό για τη µακαρίτισσα και οµνύουν στο θεάρεστο έργο της. Είναι προφανές, ότι το να υφίστασαι όλες τις συνέπειες µιας ακραιφνούς νεοφιλελεύθερης πολιτικής  αλά Θάτσερ µε οδηγό αυτή τη φορά τη Γερµανία και παράλληλα να δηλώνεις και «αντιµνηµονιακός», αν δεν υποδηλώνει πολιτική και ιδεολογική αγραµµατοσύνη, τότε σίγουρα εµπίπτει στην περίπτωση της ψυχιατρικής…

Μιλώντας προχθές για τα φαινόµενα παθογένειας του δηµόσιου λόγου που αναπτύσσεται ραγδαία µέσω των media, µε έναν φίλο γνωστό δηµοσιογράφο της Αθήνας που κάνει πολιτικό ρεπορτάζ, µου είπε χαριτολογώντας το εξής αµίµητο: «φίλε, τα συχνά βίαια επεισόδια µεταξύ αστυνοµίας και απεργών διαδηλωτών στο κέντρο, θα αποφεύγονταν, αν κάθε φορά υπήρχε ένα «µαξιλαράκι ασφαλείας» ανάµεσά τους: οι δηµοσιογράφοι!  Και οι δύο πλευρές, έχουν σοβαρότατους λόγους να τους πλακώσουν στο ξύλο!…»

Ασφαλώς και δεν µε «καλύπτει» η προτεινόµενη «συνταγή», αλλά το πράγµα έχει προ πολλού ξεφύγει στο χώρο της ελληνικής δηµοσιογραφίας. Προσωπικά, πιστεύω ότι δηµοσιογράφος γίνεσαι γιατί καταρχήν το γουστάρεις και είναι το µεράκι σου.  Βέβαια είναι θεµιτό και αναγκαίο να µπορείς να βιοπορίζεσαι απ΄ αυτό αξιοπρεπώς. Πάνω απ΄ όλα όµως, δεν πρέπει να ξεχνάς ότι έχει όντως χαρακτηριστικά λειτουργήµατος και κυρίως ότι συµβάλλει µε καθοριστικό τρόπο στη διαµόρφωση της κοινής γνώµης. Η όποια κοινωνική αναγνωρισιµότητα και υποτιθέµενη «αίγλη», αλλά και η επαφή σου µε τα κέντρα εξουσίας, είναι τα φυσικά συνεπακόλουθα, αρκεί να µπορείς να τα διαχειριστείς µε σεµνότητα και σοβαρότητα.

dhmosiografia1-300x225

Η χειραγώγηση, η κατασκευασµένη είδηση, η κατά «παραγγελίαν» χαλκευµένη ενηµέρωση, η µεθόδευση και η ίντριγκα, η εντυπωσιοθηρία, ο λόγος σε «διατεταγµένη υπηρεσία», είναι πρακτικές που στοιχειοθετούν αυτό που η «πιάτσα» ονοµάζει «νοικιασµένη πένα», δηλαδή προϊόν της µονταζιέρας για τις προπαγανδιστικές ανάγκες του όποιου κέντρου εξουσίας. Και εννοείται, πάντα µε το αζηµίωτο…

Αν πριν από λίγα χρόνια µπορούσε να ισχυριστεί κάποιος βάσιµα ότι αυτή η εντεινόµενη παθογένεια της ελληνικής «δηµοσιογραφίας» αποτυπωνόταν γεωγραφικά κυρίως στο Κέντρο παραγωγής των γεγονότων, σήµερα έχει λάβει ενδηµικό χαρακτήρα και µπορεί να εντοπιστεί σε όλο το εύρος του Τύπου της Περιφέρειας. Και δεν αφορά µόνο στην έντυπη µορφή του, διότι, δυστυχώς, έχει επεκταθεί σε ευρύτατο φάσµα της ηλεκτρονικής του µορφής, µολύνοντας ιδιαίτερα και τον ελεύθερο αέρα των FM, του διαδικτύου και των bloggers.

Σηµαντική µερίδα της ελληνικής δηµοσιογραφίας πραγµατοποιεί άλµατα προς τα πίσω, µεγενθύνοντας την απόσταση που τη χωρίζει από την αξιοπιστία, η οποία στηρίζεται στη διασταύρωση της είδησης, την  αντικειµενικότητα, την έλλειψη φόβου και  το πάθος για την απροκάλυπτη αλήθεια. Στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα του πραγµατικού επαγγελµατία δηµοσιογράφου που αναπνέει από το ρεπορτάζ και όχι του επιφυλλιδογράφου-αρθρογράφου που έχει άλλο χαρακτήρα υποχρεώσεων αλλά και δικαιωµάτων σ΄ αυτό που ονοµάζεται «δηµόσια γραφίδα».

Τα πράγµατα βέβαια, γίνονται ακόµη χειρότερα, όταν στη δηµοσιογραφία, ο επαγγελµατισµός εξισώνεται µε την επιχειρηµατικότητα. Εκεί είναι και το πραγµατικό Βατερλό της δηµοσιογραφίας, αφού συνήθως αποτελεί και τον κυριολεκτικό ολετήρα της Αλήθειας στην υπηρεσία των διαπλεκόµενων πολιτικοοικονοµικών συµφερόντων. Είναι το πεδίο, που πάρα πολλοί δηµοσιογράφοι, όντας ηθικά απαίδευτοι και ανερµάτιστοι οι ίδιοι, αισθάνονται να επιµηκύνουν το ανύπαρκτο µπόι τους µπροστά σε ένα εξίσου απαίδευτο και πνευµατικά ευθύγραµµο κοινό. Είναι σαν να «κίνησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι» δηλαδή…

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΑΒΑΝΕΛΟΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: