Η Σονάτα του Σεληνόφωτος ενός Χειμώνα…

full_moon


Ρεπορτάζ από την εφημερίδα «Τα Νέα Πάρου – Αντιπάρου» της 9|03|13

ΕΔΩ και λίγες ηµέρες παρουσιάζεται στο φιλοθεάµον κοινό της Πάρου η δραµατοποιηµένη ποίηση του Γ. Ρίτσου από το έργο «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος». Πρόκειται για ένα έργο που επιµελήθηκαν η φιλόλογος και συγγραφέας* Δήµητρα Σοφιανού (π. εκπαιδευτικός) και η νοµικός – ηθοποιός* πλέον – Μ. Κοντοσταύλου – Σταυράκη (π. συµβολαιογράφος, π. εκπαιδευτικός). Δεν ξέρω γιατί…
diafimisi_entipa_mikro_teliko…από την αρχή αυτού του κειµένου είµαι τόσο σχολαστικός στην αναφορά ιδιοτήτων. Ίσως µαρτυρά την πρόθεση µου να εξιχνιάσω ένα φαινόµενο πιάνοντας τις λεπτοµέρειες, περισσότερο από το να γράψω λίγα «στεγνά» λόγια για µία παράσταση.

 Στην ουσία

Αναρωτιέµαι τι σκέπτονταν οι δύο κυρίες, όταν αποφάσιζαν να εργαστούν επάνω στο έργο του Ρίτσου, προκειµένου να εκφραστούν θεατρικά αυτό το Χειµώνα. Το παγκόσµιο ρεπερτόριο έχει πάρα πολλά έργα για να επιλέξει κανείς, προκειµένου να εκφράσει την τραγική εποχή και να µοιραστεί – θελκτικά – τις ανησυχίες του µε το κοινό. Όµως επιλέχθηκε η δραµατοποίηση ενός ποιητικού έργου. Πρόκειται για εγχείρηµα δύσκολο για ανθρώπους χωρίς µεγάλη σκηνοθετική πείρα, ερασιτέχνες, που επιδιώκουν όµως να µοιραστούν τις επιλογές τους µε το κοινό, όπως το κάνουν οι επαγγελµατίες. Δηλαδή είναι προφανές ότι αναζήτησαν την τελειότητα στην προσπάθεια τους. Κυνήγησαν το άρτιο αποτέλεσµα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή

Ο Ρίτσος είναι ποιητής καταχωρηµένος ως στρατευµένος. Δηλαδή, έζησε µε τρόπο χαρακτηριστικό και έµεινε στην ιστορία ως ποιητής των αγώνων της αριστεράς. Όµως το έργο «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» είναι ξεχασµένο από την µεγάλη οµάδα των φίλων του ποιητή, δηλαδή εκείνους που παρακολουθούν τη δηµιουργία του που αφορά στην πολιτική.

Πρόκειται για έργο που εξιστορεί το πάθος µίας ώριµης γυναίκας η οποία αναπολεί τη ζωή που έζησε, αλλά που δίνει έµφαση στα λάθη που δεν έκανε, εκείνα που έπρεπε να επιλέξει και δεν τα επέλεξε και όλα αυτά που αργά αντιλαµβάνεται µέσα από τη σχέση της µε έναν νεότερο άνδρα την οποία βιώνει στο «παρόν» του ποιήµατος και της παράστασης.

Το ποίηµα συνδέεται απευθείας µε το µουσικό έργο του Μπετόβεν, σονάτα αριθµός 14 για πιάνο «Με τον τρόπο της Φαντασίας» που λίγο αργότερα έµεινε στην ιστορία µε τον τίτλο «Σονάτα υπό το Σεληνόφως». Ο τίτλος µε τον οποίο καταγράφηκε στην ιστορία (που δεν είναι ο τίτλος που του είχε δώσει ο ίδιος ο Μπετόβεν) συνδέεται κυρίως µε την ανάλυση από έναν κριτικό – σύγχρονο του δηµιουργού – ο οποίος θέλησε να υποκλιθεί στο έργο του συνθέτη µε ιδιαίτερη έµφαση στο πρώτο µέρος του έργου. Ένα πολύ γνωστό µουσικό θέµα µελαγχολικό, που είναι βέβαιο ότι ταιριάζει απόλυτα µε το φως του φεγγαριού στο Γερµανικό τοπίο. Ή µε το Ελληνικό τοπίο, τώρα, που είναι στις ηµέρες µας «γερµανικά» µελαγχολικό…

Όµως ο συνθέτης είχε επιλέξει το όνοµα «Με τον τρόπο της Φαντασίας» για να εκφράσει τη διαδροµή των συναισθηµάτων του από τη µελαγχολία έως την ξέφρενη, ορµητική επιθυµία, η οποία εκφράζεται στο τρίτο και τελευταίο µέρος της σονάτας. Γνωρίζουµε ότι ο τριαντάχρονος Μπετόβεν έγραψε τη σονάτα έµπλεος έρωτα για µία δεκαεπτάχρονη µαθήτρια του.

Ο Ρίτσος, σκηνοθετεί σαν παράσταση το ποίηµα του (σ.σ: υπάρχουν σαφείς σκηνοθετικές οδηγίες σε ηχογραφηµένη αφήγηση του ίδιου που ακούγεται στην παράσταση) για να περιγράψει µία ανθρώπινη ιστορία κάποιας γυναίκας που δεν έζησε και δεν θα ζήσει ποτέ αυτά που ήθελε, γι’ αυτό και εστιάζει στο πρώτο µέρος του µουσικού έργου το οποίο ζητά να ακούγεται καθώς εξελίσσεται το ποίηµα του. Ενώ ο Μπετόβεν µάλλον είχε βαθύνει µοναδικά στην περιγραφή της µελαγχολίας στο πρώτο µέρος για να δείξει εντονότερα το πάθος του που δοξάζεται µε την έκρηξη της φαντασίας στο τρίτο µέρος του έργου.

Ποίηση και θέατρο
προκαλούν τη ζωή

Αυτές οι αντιθέσεις «βάσης» ως προς την ιστορία του υλικού που αξιοποίησαν οι δύο κυρίες, φαίνεται να είναι και ο λόγος που το επέλεξαν. Αυτές οι αντιφάσεις δηµιουργούν ένα σύνολο που αποτελεί µία ευσύνοπτη, καθαρή πρόταση διεξόδου από τα προβλήµατα του παρόντος. Ο θεατής της παράστασης άφωνος, οδηγείται µέσω ενός καθηλωτικού µονόπρακτου στο ερώτηµα: θα παραµείνεις, όπως η ηρωίδα του έργου µοιραία και καταδικασµένη, ξεπερασµένη από τη δύναµη της ζωής ή θα επιλέξεις την αντίδραση, δηλαδή να ζήσεις εδώ και τώρα; Να σπάσεις τα δεσµά, τις συµβάσεις…

Γιατί όχι, να διαγράψεις τα µνηµόνια της ζωής σου…

Ο Ρίτσος δεν δίνει «χαρούµενο» διέξοδο εντός του ποιήµατος. Κατά τη γνώµη µου, το έφτιαξε έτσι, επίτηδες, γιατί επιδίωκε το υπόλοιπο µέρος του ποιήµατος (της παράστασης), να το γράψει µε τη ζωή και τις επιλογές του ο κάθε αναγνώστης, ο θεατής της παράστασης. Μετά την παράσταση. Αφού πάρει την αφορµή από αυτή. Συνεπώς, η παράσταση αποτελεί πρόκληση για να τη δει κανείς, όπου δοθεί αυτό το χειµώνα (οι τακτικές παραστάσεις που είχαν ανακοινωθεί, ολοκληρώθηκαν). Αλλά υπάρχουν προσκλήσεις για νέες που ανακοινώνονται.

Η ποίηση του Ρίτσου, η µουσική του Μπετόβεν, η σκηνοθεσία, το παίξιµο, το σκηνικό αποτελούν µία πρόταση θεραπείας. Όποιος επιθυµεί µπορεί να τη δοκιµάσει, χωρίς να ταξιδέψει στην Αθήνα, χωρίς να επισκεφτεί κάποιο µεγάλο και γνωστό θέατρο. Βρίσκεται εδώ, στην Πάρο.

Η παράσταση

Δεν έχει κόλπα και περιπλανήσεις, υποκρυπτόµενα νοήµατα και φλυαρίες. Έτσι, έχει σκηνοθετηθεί κιόλας. Η Μ. Κοντοσταύλου παίζει µε αγνότητα τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού µοιάζει σαν να θέλει να εκφράσει τη γενιά της. Ασφαλώς, ο ρόλος της δίνει την ευκαιρία να δείξει την ερµηνευτική της ωριµότητα και της αξίζουν συγχαρητήρια. Η Δ. Σοφιανού είναι πιασµένη χέρι – χέρι µε την πρωταγωνίστρια όσο αφορά τους στόχους της γενιάς τους. Δεν έχει βάλει τίποτα περιττό στην παράσταση και είναι εµφανής η προσπάθεια να µεταφερθεί στον θεατή ο καθαρός θησαυρός του ποιητή. Ο λόγος του.

Αν υπήρχε αντίληψη από τους «αρµόδιους» για τη σηµασία του πολιτισµού στις µικρές κοινωνίες (και όχι µόνο), θα υπήρχε και η δυνατότητα µίας καλύτερης τεχνικής υποστήριξης στην προσπάθεια (όπως καταλληλότερος φωτισµός). Όµως δεν αλλοιώνεται το αποτέλεσµα. Οι δύο κυρίες και όσοι τις βοήθησαν µπορούν να είναι ευχαριστηµένοι γι’ αυτή την παράσταση. Οι θεατές που παρακολούθησαν τις παραστάσεις που δόθηκαν στο κτήριο Δηµητρακόπουλου στον οικισµό της Παροικιάς είµαστε σίγουροι ότι αποζηµιώθηκαν. Το φυσικό σκηνικό του κτηρίου ήταν από τα καλύτερα που θα µπορούσαν να είχαν βρεθεί για να παιχτεί το έργο σωστά.

Επιμύθιο

Στην αρχή του κειµένου αυτού, διατύπωσα την απορία γιατί επιλέχτηκε για να παρουσιαστεί αυτό το έργο. Τελικά, ξέρω τι σκέφτονταν οι Δ. Σοφιανού και Μ. Κοντοσταύλου, όταν επέλεγαν αυτό το έργο: έκαναν µία συνειδητή πολιτική επιλογή που συµπυκνώνει τα βιώµατα τους, την χρήση του αρχέτυπου συνδυασµού τεχνών (δραµατοποιηµένη ποίηση, µετά µουσικής) µε σύγχρονο υλικό όµως, και τέλος, τις ερωτήσεις που βάζει η ιστορία σε όλους µας αυτήν την περίοδο. Με τον τρόπο που απέδωσαν το λόγο του ποιητή, µετέφεραν ατόφιο και το αίτηµά του να επιλέξουµε τις προφανείς απαντήσεις. Να ζήσουµε τη ζωή, όχι τις συµβάσεις της.
Η Άνοιξη έρχεται. Θέλουµε δεν θέλουµε οι ποιητές θα ακουστούν, η µουσική θα ακουστεί.

ΚΝΔ

Υ.Γ1*: Όσοι δουν την παράσταση (ή διαβάσουν το ποίηµα) θα καταλάβουν τη σηµαίνει η φράση: «Άφησε µε να έρθω µαζί σου» και τι σπουδαίο πράγµα εκφράζει. Ο λόγος άφησε την Δ. Σοφιανού να τον ακολουθήσει διά της συγγραφής, ενώ επέτρεψε το ίδιο στην Μ. Κοντοστάυλου διά της υποκριτικής. Τυχερές ερωµένες της Τέταρτης Διάστασης! (βλ.: Γ. Ρίτσος).

Υ.Γ2: Όσοι δεν δουν την παράσταση χάνουν µία πολύ καλή ευκαιρία ανάστασης πριν το Πάσχα.

Παράγοντες
της παράστασης:
Διανοµή: Γυναίκα: Μασχούλα Κοντοσταύλου, Νέος: Βασίλης Ποταµιάνος. Σκηνοθεσία: Δήµητρα Σοφιανού – Μ. Κοντοσταύλου. Μουσική Επιµέλεια: Ελένη Τσέλιγκα. Αφίσα: Βασιλική Μπισµπίκου. Μακιγιάζ: Χρύσα Σιλιτζίρη. Προσφορά επίπλων Μ. Κρίσπης.