Μαθητές με προβληματισμούς για τα δάνεια…
Ρεπορτάζ από την εφημερίδα «Τα Νέα Πάρου – Αντιπάρου» της 22 Οκτωβρίου 2011
Μία πολύ ωραία πρωτοβουλία πήραν οι εκπαιδευτικοί της Α’ τάξης Λυκείου Νάουσας και έτσι, την Τρίτη 18 Νοεμβρίου οι μαθητές επισκέφθηκαν την Εθνική Τράπεζα στην Παροικιά. Σκοπός της επίσκεψης των μαθητών ήταν να ενημερωθούν για το σκοπό λειτουργίας μίας τράπεζας, αλλά και τι προϊόντα μπορεί να δώσει στους πελάτες της.
Στο αίθριο της Εθνικής Τράπεζας Παροικιάς ο νέος Διευθυντής του καταστήματος κ. Ηλίας Χατζόπουλος τους είπε για την ιστορία της παλαιότερης εν λειτουργία τράπεζας της χώρας, καθώς και απάντησε στις ερωτήσεις που έθεσαν οι μαθητές. Ο κ. Χατζόπουλος προσπάθησε με όσο πιο απλό τρόπο μπορούσε να ενημερώσει τους μαθητές και τους είπε για τις πρωτιές της Εθνικής από το 1841 που ιδρύθηκε από τον Ηπειρώτη Γεώργιο Σταύρου και τον Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη Εϋνάρδο. Δηλαδή, ότι ήταν η πρώτη τράπεζα που ίδρυσε ασφαλιστική εταιρεία, κυκλοφόρησε την πρώτη πιστωτική κάρτα, υλοποίησε το πρώτο mobile banking κλπ.
Τι ρώτησαν τα παιδιά
Οι μαθητές της Α’ τάξης Λυκείου Νάουσας…
…έκαναν πολλές ερωτήσεις για πολλά θέματα. Από το ποια είναι κατά την άποψη του κ. Η. Χατζόπουλου η καλύτερη εργασία για να ακολουθήσουν, για το πώς πρέπει κάποιος πελάτης να διαλέξει μία τράπεζα, έως για τις ληστείες τραπεζών και τι προβλήματα μπορούν να προκαλέσουν στους υπαλλήλους των καταστημάτων.
Σε κάποια στιγμή ένας μαθητής έκανε ερώτηση για το πώς αντιδρούν οι τράπεζες, όταν κάποιος που έχει πάρει ένα δάνειο δεν μπορεί να το αποδώσει πίσω λόγω της οικονομικής κρίσης. Ο κ. Χατζόπουλος τους απάντησε ότι οι τράπεζες ενδιαφέρονται να πάρουν πρώτιστα τα χρήματά τους πίσω και όχι να κάνουν κατασχέσεις. Από εκείνο το σημείο και μετά οι μαθητέςάρχισαν να κάνουν ερωτήσεις για τα δάνεια, τις κατασχέσεις, τους τόκους κλπ. Ήταν ολοφάνερο ότι οι μαθητές ζώντας μέσα στο σπίτι τους το καθημερινό άγχος των γονιών τους για τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες και τα δάνεια, πως ουσιαστικά έκαναν βιωματικές ερωτήσεις.
Ακόμα, έγιναν ερωτήσεις για το τι μπορεί να σημαίνει μία πτώχευση της χώρας, τι γίνονται τα χρήματα στις τράπεζες, όταν μία χώρα δηλώσει πτώχευση και τι γίνεται με τις ακάλυπτες επιταγές. Για όποιον παρακολουθούσε τη συζήτηση ήταν σαφές ότι τα προβλήματα των μεγάλων έχουν περάσει και στο σκεπτικό 16χρονων μαθητών. Μετά το τέλος της συζήτησης ο κ.
Χατζόπουλος φωτογραφήθηκε με τα παιδιά, τους γύρισε να δουν το κτίριο και στο τέλος οι μαθητές κεράστηκαν σάντουιτς και χυμούς από την τράπεζα.
Η ιστορία της Εθνικής στην Παροικιά
Ένα από τα πιο ωραία σημεία της συζήτησης – ενημέρωσης των μαθητών ήταν και η εξιστόρηση από τον κ. Χατζόπουλο της ιστορίας του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Παροικιά. Το κατάστημα της Εθνικής αποπερατώθηκε το 1979 και κόστισε τότε 6.000.000 δραχμές. Για την κατασκευή του κτιρίου χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά Παριανοί τεχνίτες. Η αποκατάσταση της Εκατονταπυλιανής από τον Αναστάσιο Ορλάνδο – που πρόσφατα τότε είχε ολοκληρωθεί – ήταν το σχολείο για πολλούς τεχνίτες και εργάτες που χρησιμοποιήθηκαν. Το κτίριο μελετήθηκε εξ ολοκλήρου από την Τεχνική Υπηρεσία της Τράπεζας. Την αρχιτεκτονική μελέτη και επίβλεψη είχε ο Διονύσης Βλαχόπουλος ο οποίος έγραψε και το ιστορικό ανέγερσης του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στην Παροικιά. Τη στατική μελέτη και τη μελέτη των ηλεκτρομηχανικών εγκαταστάσεων συνέταξαν οι Μανώλης Βιρβιδάκης πολιτικός μηχανικός και Ιωάννης Πόγκας ηλεκτρολογικός – μηχανολόγος.
Ο αρχικός προβληματισμός ήταν τι μορφή θα έχει ένα κτίριο τραπεζικού καταστήματος μέσα σ’ έναν παραδοσιακό αιγαιοπελαγίτικο οικισμό της Παροικίας. Οι μηχανικοί οδηγήθηκαν στη διαπίστωση ότι η λειτουργία μιας τράπεζας περιέχει εσωτερικές διαδικασίες που είναι δύσκολο να γίνουν εμφανείς και να απεικονιστούν, ενώ τα ορατά στοιχεία της είναι η συναλλαγή του ανθρώπου της τράπεζας με τον πελάτη, η εποπτεία της συναλλαγής και η διευκόλυνσή της με διάφορα μέσα. Αυτές οι τρεις ανάγκες ήταν που έδωσαν την τελική μορφή του κτιρίου, ώστε με απλά μέσα να εξυπηρετούνται οι πελάτες, αλλά και οι υπάλληλοι – πωλητές τραπεζικών προϊόντων.
Έτσι, χαράχτηκε ένας διαμπερής δρόμος, επέκταση των στενών δρόμων του οικισμού, και εκατέρωθεν τοποθετήθηκαν το γκισέ (πάγκος), το γραφείο του διευθυντή (εποπτεία) και μια μικρή αυλή (αίθριο) για την αναμονή τους περισσότερους μήνες του χρόνου και ειδικότερα του καλοκαιριού, που οι εργασίες αυξάνονται σε μεγάλο βαθμό. Με την ίδια συνθετική αρχή επιδιώχθηκε και η διαμόρφωση του κελύφους και καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν στοιχεία από το λεξιλόγιο της αιγαιοπελαγίτικης λαϊκής αρχιτεκτονικής. Ειδικότερα, στοιχεία που επί αιώνες χρησιμοποιούνται στην Παροικιά μεταπλάστηκαν και συνδυάστηκαν ελεύθερα, ανάλογα με τις ανάγκες και με σκοπό το κτίριο να αποκτήσει ταυτότητα που να το δένει με τον συγκεκριμένο οικισμό και να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Αρχικά η Εθνική Τράπεζα αγόρασε δύο ανεξάρτητα ισόγεια κτίσματα, τα οποία στη συνέχεια κατεδαφίστηκαν.
Το νέο κτίριο κτίστηκε σε ενιαίο διγωνιαίο οικόπεδο, το οποίο προέκυψε από τη συνένωση των δύο μικρότερων. Ένα μεγάλο μέρος από τους λίθους που χρησιμοποιήθηκαν για την δόμηση των λιθοδομών προέρχονταν από την κατεδάφιση παρακείμενης διώροφης οικοδομής. Μέσα στους λίθους ξεχώρισαν θραύσματα από παλαιοχριστιανικές λάρνακες και αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων κτιρίων, όπως τρίγλυφα κτλ., τα οποία ενσωματώθηκαν στις λιθοδομές σε εμφανή σημεία. Από τα κτίσματα που υπήρχαν στο οικόπεδο και κατεδαφίστηκαν, διασώθηκαν μια μαρμάρινη γούρνα, που τοποθετήθηκε στην κρήνη του αιθρίου του νέου κτιρίου, και ένα κιγκλίδωμα από μορφοχάλυβα ενός παραθύρου που χρησιμοποιήθηκε στο νέο
κτίριο, χρησίμευσε δε ως οδηγός για την κατασκευή και των άλλων κιγκλιδωμάτων του ισογείου.
Στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό χρησιμοποιήθηκαν ως μορφολογικά πρότυπα διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη από κτίρια του οικισμού, όπως κρήνες, κολόνες με ιδιόρρυθμους εχίνους, μικρά παράθυρα με ξύλινα πατζούρια, αψίδες, σκαλιστές μαρμάρινες πορτοσιές από τον Άγιο Κωνσταντίνο του Κάστρου και σκαλιστά παλαιοχριστιανικά γείσα από την Εκατονταπυλιανή.
Το σχέδιο του μαρμάρινου δαπέδου του ισογείου είναι εμπνευσμένο από τα τείχη του ενετικού κάστρου στον Άγιο Κωνσταντίνο και αποτελεί μια αφαιρετική απόδοση του γραφικού τρόπου δόμησης της τοιχοποιίας με αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων ναών και κτιρίων. Το εσωτερικό αίθριο με την πέργκολα, τα γιασεμιά, την κρήνη, τα μαλτέζικα πιθάρια και τον μαρμάρινο πάγκο αναδεικνύεται σε ένα δροσερό σημείο αναμονής. Ο Σπύρος Βασιλείου φιλοτεχνώντας τα έργα του αιθρίου, σκεπτόμενος με τον ίδιο τρόπο, ακολούθησε την πρακτική των γλυπτών της παλαιοχριστιανικής εποχής, που αναπαριστάνουν στις λάρνακες σημαντικές στιγμές από τη ζωή του νεκρού. Έτσι, στη μεγάλη σύνθεση στον τοίχο του αιθρίου απεικονίζονται οι σπουδαιότερες σκηνές από την ζωή μίας μικρής αιγαιοπελαγίτικης κοινότητας.
Η τεχνική του Sgrafito, που χρησιμοποιήθηκε από τον ζωγράφο και τους δύο βοηθούς του Νίκο Καψαμπέλη και Στέφανο Κουκά, συνίσταται στην κατασκευή επάλληλων στρώσεων μαρμαροκονίας διαφόρων αποχρώσεων επάνω στην υπόβαση των επιχρισμάτων – το γνωστό λάσπωμα – και στη μετά από λίγη ώρα αφαίρεση των περιττών στρώσεων, ώστε να αναδειχθούν οι αποχρώσεις που ενδιαφέρουν τον καλλιτέχνη. Την αψίδα της κρήνης του αιθρίου στόλισε με δύο παγώνια που πίνουν νερό, θέμα λαϊκού μαρμαρογλύπτη από μια κρήνη του δημάρχου της Παροικίας Μαυρογένη (1770) και πατέρα της Μαντώ Μαυρογένους. Τα έπιπλα σχεδιάστηκαν ειδικά για το κατάστημα αυτό. Το κυρίαρχο διακοσμητικό
μοτίβο είναι ένα κυπαρίσσι που καταλήγει να φαίνεται σαν ρόμβος μετά από μεγάλη αφαίρεση, στο γκισέ και τα ερμάρια.
Ο ανεμοφράκτης έχει οροφή σκαλιστή, όπως το μαρμάρινο γείσο της όψης, και υποστυλώματα ξύλινα με κιονόκρανο διακοσμημένο με λαϊκές μορφές πουλιών και κυπαρισσιών, όπως τα κιονόκρανα των μαρμάρινων παραστάδων στις πορτοσιές του οικισμού. Τη σπείρα στα καθίσματα τη συναντάμε σε μοτίβο στην Κρητική λύρα. Οι οκλαδίες με δέρμα είναι μια αφαιρετική απομίμηση του αρχαίου οκλαδία. Την πέτρα δούλεψε ο Στέφανος Βαμβακάρης από την Σύρο, τα μάρμαρα σκάλισε ο έμπειρος μαρμαρογλύπτης Μιχάλης Στέλλας σε ηλικία 80 ετών, είχε δουλέψει ως μαρμαρογλύπτης στο Χρηματιστήριο με αρχιτέκτονα τον Νίκο Ζουμπουλίδη την δεκαετία του 1930, και τα ξυλουργικά ο Στέφανος Στεφανάκης από
την Κρήτη. Γενικός εργολάβος ήταν ο πολιτικός μηχανικός Θέμος Νιαγάσας, που επέδειξε μεγάλη ευαισθησία.
Η χρήση παραδοσιακών υλικών και οι γνώριμες μορφές έκαναν αυτούς τους ανθρώπους να καμαρώνουν για το έργο τους και με χαρά να συμμετέχουν στην κατασκευή του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Στέφανος Βαμβακάρης, που ενώ από χρόνια το κύριο επάγγελμά του ήταν πια οι κατασκευές οπλισμένου σκυροδέματος, ανέλαβε όλες τις εργασίες της πέτρας με έναν βοηθό του. Όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε, απάντησε ότι ήθελε να θυμηθεί τα νιάτα του, τότε που δούλευε με τον μάστορά του την πέτρα.
Η όλη προσπάθεια βραβεύτηκε με ένα από τα ισότιμα χρηματικά βραβεία που απονεμήθηκαν στον Πανελλήνιο Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό Εφαρμοσμένων Ιδεών, που προκήρυξε το ΥΠΕΧΩΔΕ το 1983, καθώς η Επιτροπή του Διαγωνισμού ενέταξε το κτίριο, μαζί με άλλα διαφόρων χρήσεων, στα πιο αξιόλογα δείγματα της ελληνικής αρχιτεκτονικής της δεκαετίας
1973-1983. Σήμερα το κατάστημα της Εθνικής στην Παροικία θεωρείται από τους Παριανούς μέρος της πολιτικής κληρονομιάς τους, αποτελεί δε μια επιτυχημένη προσπάθεια των ανθρώπων της Εθνικής να συνδέσουν την Τράπεζα με την πολιτιστικά παράδοση του τόπου.





Απάντηση