«Λίγοι οι κερδισμένοι, πολλοί οι χαμένοι και αρκετές σκιές, εντοπίζει η ΕΣΕΕ στο Νέο Φορολογικό Νομοσχέδιο»


Η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου δημοσιοποίησε εχτές 31/01 τις παρατηρήσεις της επί του προσχεδίου Νόμου «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, αναδιάρθρωση των φορολογικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών». Ακολουθεί το σχετικό κείμενο:

 

 



«Ο διακηρυσσόμενος ως κύριος στόχος του Προσχεδίου Νόμου για την «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, αναδιάρθρωση των φορολογικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών» φαίνεται να είναι η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής με την επιβολή αυστηρότερων ποινών, την αναδιοργάνωση του ελεγκτικού και φοροεισπρακτικού μηχανισμού, τη βελτίωση του πλαισίου φορολόγησης και τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Για το Υπουργείο Οικονομικών, το νέο φορολογικό νομοσχέδιο συνιστά μία προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα αυστηρό, δίκαιο και αξιόπιστο φορολογικό σύστημα. Ένα σύστημα που θα επιβραβεύει και θα ενθαρρύνει τη συμμόρφωση και θα προστατεύει τον συνεπή φορολογούμενο και το Δημόσιο συμφέρον. Ένα σύστημα που θα προλαμβάνει και θα αποτρέπει τη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, διαμορφώνοντας ένα αυστηρό πλαίσιο ρυθμίσεων. Είναι απολύτως κατανοητή από όλους η ανάγκη να καταπολεμηθούν αυτές οι χρόνιες παθογένειες και εμείς, από την πλευρά μας, επιθυμούμε να συμβάλουμε σε αυτήν την προσπάθεια.  Ωστόσο, γιατί το ήδη αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο να γίνει ακόμα πιο αυστηρό, τη στιγμή, μάλιστα, που η αγορά «στενάζει» κάτω από το βάρος της διαρκώς διευρυνόμενης ύφεσης; Μήπως, αντίθετα, η περαιτέρω ποινικοποίηση ή η ενδεχόμενη αυτόφωρη διαδικασία για τη μη καταβολή παρακρατούμενων φόρων και Φ.Π.Α. θα επιδεινώσει το υπάρχον πρόβλημα ρευστότητας των επιχειρήσεων; Εν τέλει, πιστεύει κανείς ότι η αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου θα φέρει περισσότερα έσοδα στο Κράτος, ιδίως στις τρέχουσες και εξαιρετικά δύσκολες για το εμπόριο οικονομικές συνθήκες;
Απεναντίας θεωρούμε ότι θα δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα στην Πολιτεία, που μάλλον θα πρέπει να μεριμνήσει για τις απαραίτητες υποδομές σε κτιριακό εξοπλισμό φυλακών, προκειμένου να στεγάσει τους «οικονομικούς εγκληματίες» που θα δημιουργήσει. Θεωρούμε ότι αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει πρώτα προϊόν συνεργασίας και συνεννόησης με το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Η ΕΣΕΕ υποστηρίζει ότι ληξιπρόθεσμες και μη ληξιπρόθεσμες οφειλές θα πρέπει να αποδίδονται στο Ελληνικό Δημόσιο από κάθε επιχείρηση φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Την ίδια στιγμή, όμως, η Πολιτεία θα πρέπει να κατανοήσει ότι η σημερινή κατάσταση στο ελληνικό εμπόριο και εν γένει στην ελληνική οικονομία δεν βοηθά την άμεση καταβολή των οφειλομένων, κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, να βρει εκείνες τις φόρμουλες που θα δώσουν λύση στο πρόβλημα.
Η αξιολόγηση των προτεινόμενων διατάξεων του προσχεδίου νόμου για το φορολογικό μας οδηγεί εν τέλει στο συμπέρασμα ότι, παρά τις πολύμηνες εξαγγελίες του Υπουργείου περί εκ θεμελίων φορολογική μεταρρύθμιση και παρά τη σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων με στόχο την αναμόρφωση και τον εξορθολογισμό του συνολικού φορολογικού πλαισίου, τα πραγματικά αποτελέσματα είναι τα εξής:

  • Διατήρηση, αν όχι επιδείνωση, της πολυπλοκότητας του συστήματος.
  • Ενίσχυση της αστάθειας του φορολογικού περιβάλλοντος.
  • Πλήρης ποινικοποίηση της σχέσης μεταξύ φορολογούμενων και κράτους.
  • Αναποτελεσματικότητα εσόδων.
  • Αναδρομικό φοροκαπέλωμα με οδηγό το άρθρο 10.
  • Ανασφάλεια για την τελική ερμηνεία που θα δοθεί σε διατάξεις «ήξεις αφήξεις» (περί ακύρωσης φοροαπαλλαγών, κλήσεων για φορο-ανάκριση, αναδρομικής ισχύος καταβολής ΦΠΑ και τεκμαρτού φόρου εισοδήματος και επαναφορά αυτοτελούς φορολόγησης)
  • Σύγχυση με τις αποδείξεις και τη φοροκάρτα.

Πιο συγκεκριμένα έχουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:
Άρθρο 1
– Εθνικό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Καταστολής της Φοροδιαφυγής
Είναι σκόπιμο στο Εθνικό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Καταστολής της Φοροδιαφυγής να συμμετέχουν εκπρόσωποι των κοινωνικών εταίρων είτε στη σύνθεση της Επιτροπής, είτε στη διαβούλευση με αυτή.
Άρθρο 3
– Μέτρα για την καταστολή της φοροδιαφυγής στην άμεση και έμμεση φορολογία
Αναφέρεται ότι στο αδίκημα της μη απόδοσης ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων, όπου ουσιαστικά πρόκειται για υπεξαίρεση χρήματος που τρίτος έχει καταβάλλει για να αποδοθεί στο Δημόσιο, όποιος συλλαμβάνεται να μην έχει αποδώσει ΦΠΑ πάνω από κάποιο ύψος κρατείται και παραπέμπεται σε δίκη.  Το αυτό ισχύει και για το αδίκημα μη απόδοσης ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο, εφ’ όσον η καθυστέρηση καταβολής τους υπερβαίνει ένα εύλογο χρονικό διάστημα ανοχής (π.χ. 6 ή 8 μήνες). Επιπλέον, αναστολή ή μετατροπή εκτέλεσης της ποινής, δεν επιτρέπεται σε εγκλήματα φοροδιαφυγής εάν προηγουμένως δεν καταβληθούν οι φόροι στο Κράτος. Σε φορολογικά εγκλήματα τα οποία τιμωρούνται  σε βαθμό κακουργήματος, εκτός από τους συνήθεις περιοριστικούς όρους (χρηματική εγγύηση, απαγόρευση εξόδου από την χώρα κλπ), μπορεί να επιβληθεί και η προφυλάκιση. Η παράγραφος 1 του συγκεκριμένου άρθρου, που διώκει ποινικά την μη έγκαιρη καταβολή βεβαιωμένων ποσών μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος τεσσάρων μηνών, πρέπει να παραμείνει χωρίς τροποποίηση, αν και στο πλαίσιο μίας σύγχρονης και μηχανοργανωμένης οικονομίας, η οποιουδήποτε είδους σύλληψη και κράτηση δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται καθόλου. Σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα αναδεικνύονται οι διαφοροποιήσεις αναφορικά με τις ποινές για οφειλές, όπως ισχύουν σήμερα και όπως προτείνονται από το σχέδιο Νόμου.

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ Ν/ΣΧ
Μέχρι 4 μήνες φυλάκιση για οφειλή άνω των 10.000 ευρώ Μέχρι 4 μήνες φυλάκιση για οφειλή άνω των 5.000 ευρώ
Τουλάχιστον 6 μήνες φυλάκιση για οφειλή άνω των 50.000 ευρώ Μέχρι 1 έτος φυλάκιση για οφειλή άνω των 10.000 ευρώ
Μέχρι 1 έτος φυλάκιση για οφειλή άνω των 120.000 ευρώ Τουλάχιστον 6 μήνες φυλάκιση για οφειλή έως  50.000 ευρώ
Κάθειρξη μέχρι 10 έτη για οφειλή άνω των 150.000 ευρώ

Επίσης, θα ήταν σκόπιμο να συνδεθεί η μεταχρονολογημένη εξόφληση των απαιτήσεων των επιχειρήσεων με την καταβολή του Φ.Π.Α., έτσι ώστε να μην επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις με πληρωμές για φόρους που δεν έχουν εισπράξει.
Μία ρύθμιση που κινείται, κατά τη γνώμη μας, προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι αυτή που προβλέπει τη μη δέσμευση καταθέσεων και τη μη εφαρμογή ποινικών κυρώσεων, όταν ο φορολογούμενος που οφείλει φόρους έχει ταυτόχρονα βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά του Δημοσίου.
Τέλος, θα πρέπει οι υποχρεώσεις του κράτους προς τους φορολογούμενους να καταστούν βέβαιες και εκκαθαρισμένες και όπου απαιτούνται διαδικασίες ελέγχου να πραγματοποιούνται εντός τακτής προθεσμίας (15 ημερών) από την αίτηση των φορολογουμένων (π.χ. επιστροφές ΦΠΑ), για να κατορθώσουν οι επιτηδευματίες να επωφεληθούν από την προαναφερόμενη ρύθμιση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ – ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Η αναδιάρθρωση των φορολογικών και ελεγκτικών υπηρεσιών αποτελεί μια ορθή πρωτοβουλία. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να σημαίνει την επιβάρυνση με επιπλέον γραφειοκρατικές διαδικασίες. Θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπ’ όψιν η οικονομική δυσπραγία που βιώνουμε, καθώς δημιουργεί μειωμένα έσοδα και εισοδήματα.
Άρθρο 10
– Βελτίωση αποτελεσματικότητας συστήματος ελέγχων
Τροποποιούνται οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και κώδικα Φ.Π.Α., προκειμένου οι έλεγχοι να γίνονται κατά κύριο λόγο από το γραφείο και κατ’ εξαίρεση στην έδρα της επιχείρησης με βάση κριτήρια ελέγχου και με στόχο την επιτάχυνση των ελέγχων. Στόχος είναι η ελαχιστοποίηση της επαφής των ελεγκτικών αρχών με τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις και η χρήση σύγχρονων συστημάτων συγκέντρωσης και επεξεργασίας φορολογικής πληροφορίας κατά τον έλεγχο, όπως το σύστημα Elenxis. Πρόκειται για μια ρύθμιση που, αν υλοποιηθεί, θα λύσει χρόνια προβλήματα των επιχειρήσεων που αφορούν το φορολογικό έλεγχο, την επίπονη, χρονοβόρα και δύσκολη διαδικασία του, τις προστριβές με τους φορολογικούς ελεγκτές και το κόστος σε ανθρωποώρες που έχει η εν λόγω διαδικασία. Εφιστούμε όμως την προσοχή του νομοθέτη σε πρακτικά ζητήματα τα οποία μπορούν να προκύψουν σε σχέση με τον μεγάλο όγκο των βιβλίων και παραστατικών ορισμένων επιχειρήσεων.
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει  να δοθεί στα δικαιώματα που δίνονται στους προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. Ειδικότερα, όταν ο προϊστάμενος αποκτά το δικαίωμα να ζητά οποιαδήποτε πληροφορία ακόμα και από εμπορικές, επαγγελματικές, βιοτεχνικές κ.λ.π. οργανώσεις για διευκόλυνση του ελέγχου, αποκτά ταυτόχρονα υπερεξουσίες, τις οποίες βλέπουμε με επιφύλαξη διότι δεν διασφαλίζεται η ορθή χρήση των εν λόγω πληροφοριών.
Με την ίδια επιφύλαξη αξιολογούμε και τη δυνατότητα του προϊσταμένου να ζητά από τις τράπεζες οιεσδήποτε πληροφορίες θεωρεί αναγκαίες για τη διευκόλυνση του έργου του. Θεωρούμε άσκοπη, αν όχι επικίνδυνη, την ευκολία που προβλέπεται για άρση του τραπεζικού απορρήτου των φορολογούμενων.
Επίσης, στο συγκεκριμένο άρθρο υπάρχει παράγραφος που αναφέρεται στο ποσοστό προβεβαίωσης που καταβάλλεται όταν ασκείται προσφυγή στα δικαστήρια για φορολογικές διαφορές. Το ποσοστό του αμφισβητούμενου κύριου, πρόσθετου, λοιπών φόρων και Φ.Π.Α. που σήμερα καταβάλλουμε ανέρχεται σε 25% και πλέον με τη νέα διάταξη θα ανέλθει σε 50%. Αυτό σημαίνει ότι πλέον η προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια θα καταστεί ασύμφορη τόσο διότι το 50% του φόρου που πρέπει να καταβληθεί είναι υπερβολικά υψηλό, όσο και διότι έχει αυξηθεί η δαπάνη για τις προεισπράξεις, τα δικαστικά ένσημα κλπ.
Τέλος, θεωρούμε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυθαιρεσίας τη δυνατότητα που δίνεται στον ελεγκτή να χρησιμοποιεί στοιχεία, πληροφορίες και στατιστικά δεδομένα εκροών, τις οποίες θα προσδιορίζει βάσει γενικά παραδεκτών αρχών και τεχνικών της Ελεγκτικής. Ζητάμε να διευκρινιστεί λεπτομερώς ο τρόπος διεξαγωγής και τα κριτήρια του ελέγχου.
Άρθρο 11
– Άρση του φορολογικού απορρήτου και δημοσιοποίηση οφειλετών και παραβατών
Με Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αίρεται το φορολογικό απόρρητο:

  • Των οφειλετών του Δημοσίου, εφόσον έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη και καθυστερεί η πληρωμή τους για χρονικό διάστημα ανώτερο του έτους και το οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει συγκεκριμένο ποσό (π.χ. 150.000 ευρώ).
  • Των παραβατών των διατάξεων του Κ.Β.Σ., εφόσον πρόκειται για παραβάσεις έκδοσης πλαστών στοιχείων ή έκδοσης ή λήψης εικονικών στοιχείων ή νόθευσης στοιχείων ή μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης στοιχείων από τα οποία προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης, καθώς και καταχώρησης στα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο.

Κρίνουμε τη διάταξη κατ’ αρχήν θετική. Πρέπει να υπάρχει άρση του φορολογικού απορρήτου, για απόλυτα συγκεκριμένο ποσό και υποθέσεις που επισύρουν παραβάσεις μεγάλης φοροδιαφυγής. Ωστόσο, θεωρούμε αδιανόητο να αίρεται το φορολογικό απόρρητο σε περίπτωση παραβατών των διατάξεων του ΚΒΣ ενός, δηλαδή, καθαρά τυπολατρικού νομοθετικού διατάγματος, ιδίως όταν δεν υπάρχουν όρια προς τα κάτω. Ποια η ουσία στο διασυρμό φορολογούμενου για παράβαση του 1 ευρώ;
Άρθρο 12
Διαδικασία διακρίσεως των ληξιπροθέσμων οφειλών προς το Δημόσιο σε ανεπίδεκτες είσπραξης και μη.
Θεσμοθετούνται κανόνες σύμφωνα με τους οποίους θα γίνεται διάκριση των ληξιπρόθεσμων χρεών σε «εισπράξιμα» και «μη εισπράξιμα», βάσει συγκεκριμένων, διάφανων και ορθολογικών κριτηρίων. Αυτό θα καταστήσει ευχερέστερο τον έλεγχο των δημοσίων υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον είσπραξής τους και αποτελεσματικότερη την άντληση συμπερασμάτων από την κεντρική φορολογική διοίκηση σχετικά με τα αίτια της μη είσπραξης.
Η ένταξη των ληξιπροθέσμων χρεών στην κατηγορία των μη εισπράξιμων θα διενεργείται με απόφαση Ειδικού Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά από γνωμοδότηση συλλογικού οργάνου από υπηρεσιακούς παράγοντες και έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και αφού παρέλθουν τριάντα ημέρες από την δημοσιοποίηση του καταλόγου εντάξεως των χρεών στην κατηγορία των «μη εισπραξίμων» στο διαδίκτυο. Σε κάθε περίπτωση, τα ανεπίδεκτα είσπραξης δεν θα διαγράφονται. Στο τέλος κάθε έτους οι αποφάσεις του Ειδικού κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα ενσωματώνονται σε έκθεση που υποβάλλεται στην Βουλή. Ως ανεπίδεκτες είσπραξης χαρακτηρίζονται εκείνες οι οφειλές για τις οποίες έχουν εξαντληθεί όλες οι απαιτούμενες ενέργειες εντοπισμού πηγών αποπληρωμής και αναγκαστικής είσπραξης. Ευελπιστούμε ότι, οι όποιες ληξιπρόθεσμες οφειλές χαρακτηριστούν ως ανεπίδεκτες, θα είναι πραγματικά ανεπίδεκτες είσπραξης, θα έχουν εξαντληθεί όλα τα μέσα είσπραξής τους και δεν θα είναι εις βάρος των μικροοφειλετών και σε όφελος μεγάλων οργανισμών ή φορέων.
Άρθρο 13
– Γενική αρχή ενάντια στην καταστρατήγηση
Η μη δέσμευση των φορολογικών ελεγκτικών οργάνων από τη γραμματική ερμηνεία των διατάξεων, αλλά η αναζήτηση του κατά περίπτωση περιεχομένου τους,  μας βρίσκει αντίθετους. Ο τρόπος εφαρμογής των φορολογικών διατάξεων βασίζεται μόνο στη γραμματική ερμηνεία αυτών. Δεν αντιλαμβανόμαστε γιατί θα πρέπει να έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά και να μην έχει και ο φορολογούμενος τη δυνατότητα να επικαλείται το πραγματικό περιεχόμενο των διατάξεων, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα του νομοθέτη.
Σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης ενέχει τον κίνδυνο ασκού του Αιόλου, αφού δίνει το δικαίωμα στον ελεγκτή να κρίνει κατά το δοκούν.
Άρθρο 14
– Κατοικία και αλλαγή κατοικίας
Θεσπίζονται διατάξεις για  τον ορισμό της φορολογικής κατοικίας στην οποία φορολογείται το παγκόσμιο εισόδημα και λαμβάνονται υπόψιν οι οδηγίες του Ο.Ο.Σ.Α. Κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημά του.
Παρεμφερείς διατάξεις έχουμε και σήμερα στο φορολογικό μας δίκαιο. Η ελεγκτική δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι είναι εξαιρετικά δυσχερής η ανεύρεση του παγκοσμίου εισοδήματος και η ταυτοποίησή του.
Άρθρο 15
Φορολογία νομικών προσώπων (ΑΕ, ΕΠΕ) και μερισμάτων
Από τις χρήσεις που αρχίζουν από 1/1/2011 μειώνεται ο φορολογικός συντελεστής από 24% σε 20% και εφαρμόζεται για το σύνολο των κερδών. Για τα διανεμόμενα κέρδη προβλέπεται παρακράτηση φόρου με 25%. Τα μερίσματα, με την εξαίρεση των θυγατρικών των αλλοδαπών εταιρειών, εντάσσονται στην φορολογική κλίμακα, ουσιαστικά όμως εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση, (20% σε επίπεδο νομικού προσώπου και 25% παρακράτηση στα μερίσματα) για την πλειοψηφία των μετόχων. Για τους έχοντες χαμηλά εισοδήματα προβλέπεται δικαίωμα επιστροφής του παρακρατούμενου φόρου μερισμάτων. Για τους ισολογισμούς που κλείνουν 31.12.2010 ο συντελεστής σε επίπεδο νομικού προσώπου ορίζεται σε 24% για το σύνολο των κερδών και για τα διανεμόμενα κέρδη της χρήσης αυτής ορίζεται επιπλέον ποσοστό παρακράτησης 21%.
Η συνολική φορολογική επιβάρυνση σε ποσοστό 45% για το μέτοχο ή τον εταίρο είναι άκρως επιβαρυντική. Οι περιπτώσεις που μέτοχοι ή εταίροι θα έχουν επιστροφή θα είναι η μειοψηφία, με την πλειοψηφία αυτών να επιβαρύνεται με φόρο 45%. Επιπροσθέτως να σημειώσουμε ότι με τον εν λόγω τρόπο φορολογίας των νομικών προσώπων, ακυρώνονται οι διατάξεις του αρ. 13 του ν.3842/2010. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μέχρι να ψηφιστεί και δημοσιευθεί ο παρών νόμος στο Φ.Ε.Κ. να μην γνωρίζει κανένας Έλληνας πολίτης και ιδιαιτέρως οι μέτοχοι, οι εταίροι κ.λ.π. ποιος εν τέλει θα είναι ο τρόπος φορολογίας των κερδών των νομικών προσώπων για τη χρήση 2010. Η αδυναμία της διοίκησης να νομοθετήσει έναν σταθερό (έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα) τρόπο φορολογίας των εν λόγω επιχειρήσεων έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στο φορολογικό σχεδιασμό, τόσο των ημεδαπών, όσο και των αλλοδαπών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας.

Επίσης, θεωρούμε ότι θα πρέπει οι ατομικές επιχειρήσεις να υπαχθούν σε καθεστώς φορολόγησης των κερδών τους παρόμοιο με αυτό των προσωπικών εταιριών. Δηλαδή όπως σε μία ΟΕ ή ΕΕ το 50% των κερδών του ομόρρυθμου εταίρου φορολογείται με συντελεστή 20% και για το υπόλοιπο εφαρμόζεται η κλίμακα, το ίδιο να ισχύσει και για τους επιτηδευματίες – φυσικά πρόσωπα, έτσι ώστε να ενισχυθεί ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων, χωρίς να εξαρτώνται από τη νομική μορφή αυτών.
Άρθρο 24
Θέματα  ΚΒΣ, προστίμων και κυρώσεων
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις και κυρώσεις που προωθεί το σχέδιο νόμου αποτελούν διατάξεις τυπολατρικού χαρακτήρα που έρχονται σε αντίθεση με το πνεύμα για δημιουργία φορολογικής συνείδησης και εμπέδωσης κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ φορολογούμενων και κράτους.  Με τις διατάξεις αυτές διαφωνούμε συνολικά και επανερχόμαστε στο πάγιο αίτημά μας για κατάργηση του ΚΒΣ και αντικατάστασή του με έναν απλό κώδικα διακίνησης προϊόντων.
Άρθρο 26
– Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα ΦΠΑ
Παρέχεται η δυνατότητα παραλαβής περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α. χωρίς την καταβολή όλου του οφειλόμενου ποσού. Συγκεκριμένα όταν υποβάλλεται η δήλωση θα καταβάλλεται το λιγότερο σαράντα τοις εκατό (40%) του συνολικά οφειλόμενου ποσού. Το υπόλοιπο 60% λόγω της καθυστερημένης είσπραξής του θα προσαυξάνεται κατά ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) και θα καταβάλλεται σε δύο ίσες μηνιαίες δόσεις. Η δόση δεν θα μπορεί να είναι μικρότερη των 300 Ευρώ.
Είναι μια ρύθμιση που θα βοηθήσει πρόσκαιρα τις επιχειρήσεις. Και αυτό διότι (ιδιαιτέρως στις επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας και υποβάλλουν δηλώσεις Φ.Π.Α. κάθε μήνα) όταν από τον τρίτο μήνα και στους επόμενους οι επιχειρήσεις θα καλούνται να πληρώσουν τρεις δόσεις μαζί – την πρώτη δόση της συγκεκριμένης περιόδου, τη δεύτερη δόση της προηγούμενης περιόδου και την τρίτη δόση της αμέσως προηγούμενης. Υπό αυτήν την έννοια, το πρόβλημα παραμένει όπως και πριν τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Ο δε συντελεστής προσαύξησης 1% θα μπορούσε να είναι μικρότερος, αφού άλλωστε και το Δημόσιο για την επιστροφή φόρων στους φορολογούμενους (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) ουδέποτε καταβάλλει ή καταβάλλει υποτυπώδεις τόκους υπερημερίας. Μια ριζοσπαστική πρόταση θα ήταν να συνδεθεί η καταβολή του Φ.Π.Α. με την εξόφληση των απαιτήσεων των επιχειρήσεων από τους πελάτες τους. Στη χώρα μας δυστυχώς η επιχείρηση λειτουργεί όχι μόνο ως εισπράκτορας αλλά και ως χρηματοδότης του Ελληνικού Δημοσίου, αφού δανείζεται για να πληρώσει τους φόρους, τους οποίους θα εισπράξει μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ή και ποτέ.
Παρέχεται επίσης η δυνατότητα καταβολής του ΦΠΑ σε 6 δόσεις στις περιπτώσεις ποσών που βεβαιώνονται ύστερα από διοικητική επίλυση της διαφοράς ή με βάση πράξη, η οποία οριστικοποιήθηκε λόγω μη άσκησης προσφυγής και αφορούν οριστική πράξη προσδιορισμού του φόρου ή σε περίπτωση κατάργησης φορολογικής δίκης. Θα μπορούσαν οι δόσεις να ήταν τουλάχιστον διπλάσιες, προκειμένου να βοηθηθούν επιχειρήσεις και επιχειρηματίες να ανταπεξέλθουν ταμειακά, σε περιόδους που έχουν πτώση πωλήσεων και κερδών. Τέλος, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το 80% των τιμολογίων που εκδίδονται είναι επί πιστώσει που σημαίνει ότι είτε εξοφλούνται σταδιακά είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες κατά μεγάλο ποσοστό σφραγίζονται και στην προκείμενη περίπτωση ο εκδότης του τιμολογίου όχι μόνο δεν εισπράττει ποτέ ΦΠΑ, αλλά χάνει επιπλέον κεφάλαιο και εμπόρευμα ενώ καλείται να πληρώσει και την αξία της επιταγής για να μην μπει στα «μαύρα» κατάστιχα του «Τειρεσία».
Άρθρο 27
– Κάρτα αποδείξεων και ηλεκτρονική φορολογική ενημερότητα

  • Δεν συμφωνούμε με ένα μέτρο το οποίο δεν προστατεύει τους φορολογούμενους, επειδή δίνει τη δυνατότητα αμφισβητούμενης χρήσης στοιχείων  της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς.
  • Επιπλέον, θεωρούμε ότι δεν έχει χρησιμότητα καθώς δεν αποφεύγουμε έτσι κι αλλιώς τις αποδείξεις εφόσον θα συνεχίσουν να υπάρχουν επιχειρήσεις που δεν θα διαθέτουν τα αντίστοιχα μηχανήματα μεταφοράς δεδομένων στις τράπεζες, ειδικότερα δε στην περιφέρεια.

Άρθρο 28 – Σώμα Φορολογικών Διαιτητών

  • Στην αρμοδιότητα του Σώματος υπάγονται υποθέσεις φορολογικών διαφορών άνω του ποσού των 150.000 ευρώ.
  • Προτείνουμε τη δημιουργία αντίστοιχου σώματος και για υποθέσεις κάτω του συγκεκριμένου ποσού, με εκπροσώπηση των παραγωγικών φορέων και με στόχο τη μη σώρευση υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια και την ταχεία απόδοση φορολογικής δικαιοσύνης.