Δηλώσεις ενόψει της Τρίτης των εργασιακών σχέσεων

Ο Υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Κυκλάδων, κ. Ιωάννης Βρούτσης, με αφορμή τη δημοσιοποίηση του εργασιακού νομοσχεδίου, προέβη στην ακόλουθη δήλωση:

«Η μεγάλη σημασία των αλλαγών στις Επιχειρησιακές Συμβάσεις «έκρυψε» κρίσιμες ανατροπές για τους αδικημένους της αγοράς εργασίας, που είναι οι απασχολούμενοι με μερική απασχόληση, προσωρινή απασχόληση, εκ περιτροπής απασχόληση και με το καθεστώς έμμεσου εργοδότη (ενοικίαση εργαζομένου).
Συγκεκριμένα το εργασιακό νομοσχέδιο της «φιλεργατικής» κας Κατσέλη:

 

 

 

 

  • Καταργεί την προσαύξηση του 7,5% γι’ αυτούς που εργάζονται λιγότερο από 4 ώρες την ημέρα. Κόβει, δηλαδή, 31 λεπτά για κάθε ώρα εργασίας των πιο χαμηλά αμειβόμενων εργαζομένων.
  • Καταργεί την προσαύξηση της αμοιβής κατά 10% για την υπερωρία των μερικά απασχολούμενων. Κόβει, δηλαδή, 41 λεπτά από την υπερωρία των εργαζομένων εκείνων, που ο μηνιαίος μισθός τους δεν ξεπερνά τα 400 €.
  • Αυξάνει από 6 σε 9 μήνες το διάστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης εντός του ίδιου ημερολογιακού χρόνου. Η εκ περιτροπής απασχόληση σημαίνει λιγότερες ημέρες και ώρες δουλειάς και μειωμένο μισθό.
  • Αυξάνει από 2 μήνες σε ένα έτος, τη δοκιμαστική περίοδο για τους νεοπροσλαμβανόμενους εργαζόμενους. Επεκτείνεται δηλαδή ο χρόνος  εντός του οποίου δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης απόλυσης για τον εργοδότη.
  • Επεκτείνει τη διάρκεια απασχόλησης μισθωτού από έμμεσο εργοδότη (ενοικίαση εργαζομένου) σε 36 μήνες, από 12 (και κατ’ εξαίρεση 18) μήνεςΟι ρυθμίσεις αυτές, καταργούν διατάξεις που θεσμοθετήθηκαν από τη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ 8 μήνες πριν (Νόμος Λοβέρδου για την Εργασιακή Ασφάλεια). Τι άλλαξε άραγε από τότε ;

Αν δεν πρόκειται για μια μεθοδευμένη δοκιμασία αντοχής των εργαζομένων, τότε η απαράδεκτη αυτή διαδικασία φανερώνει προχειρότητα και παντελή έλλειψη σοβαρού προγραμματισμού. Οι διατάξεις αυτές, αποθαρρύνουν ακόμη περισσότερο τους εργαζόμενους από την επιλογή της μερικής απασχόλησης, καθιστώντας την τελικά εργαλείο συμπίεσης του κόστους εργασίας και όχι θεσμό αντιμετώπισης πρόσκαιρων ή περιοδικών αναγκών της επιχείρησης. Επιδεινώνουν τη θέση των νέων και των γυναικών, που κατά κύριο λόγο απασχολούνται σε αυτές τις μορφές εργασίας. Ενισχύουν τον κατακερματισμό της αγοράς εργασίας, με τη διεύρυνση των ανισοτήτων που προκαλούν. Το πλέγμα των νέων ρυθμίσεων δεν είναι αποκρουστικό μόνο για τους εργαζόμενους, αφού συμπιέζει ακόμη περισσότερο τους ήδη χαμηλούς μισθούς και αφαιρεί σταδιακά τις δικλείδες προστασίας τους. Είναι απωθητικό ακόμη και για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, αφού δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ωφεληθούν εν τέλει. Τι οφέλη, άραγε, να έχουν από απογοητευμένους και χαμηλής παραγωγικότητας εργαζομένους;».